στόκος
Ορισμοί
- εύπλαστη μάζα από μείγμα ασβεστολιθικής σκόνης και λινελαίου, που γίνεται σκληρή όταν μείνει στον αέρα. Xρησιμοποιείται για να κλείνει σχετικά μικρές ρωγμές ή για να καλύπτει ανωμαλίες σε μια επιφάνεια, όπως σε τοίχο, σε ξύλινη ή μεταλλική κατασκευή
- ανδρικό επώνυμο
-
χαρακτηρισμός για άνθρωπο βλάκα familiar
Ισοδύναμα
29 more languages
Deutschda lachen ja die HühnerDummerchenFensterkittKittKittenPützPutzmörtelspachtelnStückStuckarbeitStuckaturWandputz
Ελληνικάσοβάς
Galegoestuque
ქართულიწებო
Kurdîkit
தமிழ்காரை
Українськаштукатурка
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free