HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στόκος | Babel Free

Noun masculine CEFR B1

Ορισμοί

  1. εύπλαστη μάζα από μείγμα ασβεστολιθικής σκόνης και λινελαίου, που γίνεται σκληρή όταν μείνει στον αέρα. Xρησιμοποιείται για να κλείνει σχετικά μικρές ρωγμές ή για να καλύπτει ανωμαλίες σε μια επιφάνεια, όπως σε τοίχο, σε ξύλινη ή μεταλλική κατασκευή
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. χαρακτηρισμός για άνθρωπο βλάκα
    familiar

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στόκος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course