HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του στόκος | Babel Free

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1

Ορισμοί

  1. εύπλαστη μάζα από μείγμα ασβεστολιθικής σκόνης και λινελαίου, που γίνεται σκληρή όταν μείνει στον αέρα. Xρησιμοποιείται για να κλείνει σχετικά μικρές ρωγμές ή για να καλύπτει ανωμαλίες σε μια επιφάνεια, όπως σε τοίχο, σε ξύλινη ή μεταλλική κατασκευή
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. χαρακτηρισμός για άνθρωπο βλάκα
    familiar

Ισοδύναμα

Azərbaycanca mala suvaq
Bosanski boba kit klaun mala štuc štuka клаун
Català estuc estucar massilla massillar
Čeština kyt štuk tmel zamazat
Dansk fjols kit tosse
Ελληνικά σοβάς
Galego estuque
עברית גבס טיח שפריץ
हिन्दी धोधा भोंदू
Hrvatski boba kit klaun mala štuc štuka клаун
Magyar tapasz vakolat
Italiano stuccare stucco stucco stucco
ქართული წებო
한국어 퍼티
Kurdî kit
Nederlands kit mastiek pleisterkalk stopverf stuc
Polski kit kitować stiuk sztukateria
Српски boba kit klaun mala štuc štuka клаун
தமிழ் காரை
Українська штукатурка

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη στόκος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free