HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

στόκος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1

Ορισμοί

  1. εύπλαστη μάζα από μείγμα ασβεστολιθικής σκόνης και λινελαίου, που γίνεται σκληρή όταν μείνει στον αέρα. Xρησιμοποιείται για να κλείνει σχετικά μικρές ρωγμές ή για να καλύπτει ανωμαλίες σε μια επιφάνεια, όπως σε τοίχο, σε ξύλινη ή μεταλλική κατασκευή
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. χαρακτηρισμός για άνθρωπο βλάκα
    familiar

Ισοδύναμα

29 more languages

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη στόκος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free