Σημασία του στόκος | Babel Free
Ορισμοί
- εύπλαστη μάζα από μείγμα ασβεστολιθικής σκόνης και λινελαίου, που γίνεται σκληρή όταν μείνει στον αέρα. Xρησιμοποιείται για να κλείνει σχετικά μικρές ρωγμές ή για να καλύπτει ανωμαλίες σε μια επιφάνεια, όπως σε τοίχο, σε ξύλινη ή μεταλλική κατασκευή
- ανδρικό επώνυμο
-
χαρακτηρισμός για άνθρωπο βλάκα familiar
Ισοδύναμα
Deutsch
da lachen ja die Hühner
Dummerchen
Fensterkitt
Kitt
kitten
Kitten
Pütz
Putzmörtel
spachteln
Stück
Stuckarbeit
Stuckatur
Wandputz
Ελληνικά
σοβάς
Galego
estuque
ქართული
წებო
Kurdî
kit
தமிழ்
காரை
Українська
штукатурка
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free