Σημασία του στρίγγλα | Babel Free
Ορισμοί
- στοιχειό της λαϊκής παράδοσης
- πολύ ιδιότροπη γυναίκα
Ισοδύναμα
العربية
ساحرة
Bosanski
štriga
Dansk
troldkvinde
Suomi
velhotar
Gàidhlig
bana-bhuidseach
Hrvatski
štriga
Հայերեն
վհուկ
Italiano
strega
Latviešu
burve
Македонски
волшебничка
Nederlands
tovenares
Slovenščina
čarovnica
Српски
štriga
Українська
чарівни́ця
Παραδείγματα
“η στρίγγλα που έγινε αρνάκι”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free