Meaning of Στριγγλογιάννη | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Στριγγλογιάννης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Στριγγλογιάννης accusative, genitive, singular, vocative
- γυναικείο επώνυμο
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.