Meaning of στρίβω | Babel Free
/ˈstɾi.vo/Ορισμοί
-
στρέφω κάτι γύρω από τον άξονά του transitive
-
περιστρέφομαι intransitive
-
αλλάζω πορεία ή κατεύθυνση intransitive
Παραδείγματα
“στρίβοντας τη βίδα προς τα δεξιά, συνήθως βιδώνει”
“δεν ξέρω τι έχει το τιμόνι, προσπαθώ να το στρίψω αλλά δε στρίβει!”
“μόλις στρίψεις αριστερά, θα δεις την πολυκατοικία”
“ο οδηγός έστριψε το αυτοκίνητο κι απέφυγε τη σύγκρουση”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.