HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στρίβω | Babel Free

Verb CEFR C2 Specialized
/ˈstɾi.vo/

Ορισμοί

  1. στρέφω κάτι γύρω από τον άξονά του
    transitive
  2. περιστρέφομαι
    intransitive
  3. αλλάζω πορεία ή κατεύθυνση
    intransitive

Ισοδύναμα

English corner turn turn off

Παραδείγματα

“στρίβοντας τη βίδα προς τα δεξιά, συνήθως βιδώνει”
“δεν ξέρω τι έχει το τιμόνι, προσπαθώ να το στρίψω αλλά δε στρίβει!”
“μόλις στρίψεις αριστερά, θα δεις την πολυκατοικία”
“ο οδηγός έστριψε το αυτοκίνητο κι απέφυγε τη σύγκρουση”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στρίβω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course