Meaning of στράκα | Babel Free
Ορισμοί
- ξερός και διαπεραστικός ήχος με μικρή διάρκεια
- γυναικείο επώνυμο
- δυνατή και ηχηρή σφαλιάρα, καρπαζιά, ο ξυλοδαρμός (πέφτουν στράκες)
-
η πρόκληση μεγάλης εντύπωσης (κάνω στράκες) figuratively
Παραδείγματα
“※ Η απάντηση που παίρνει είναι μιά στράκα που του κολλάει από πίσω ο Καραγκιόζης (στο: Κώστας Η. Μπίρης, «Ο Καραγκιόζης», περ. Νέα Εστία 605 (15 Σεπτ. 1952), σ. 1228)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.