HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στράκα | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. ξερός και διαπεραστικός ήχος με μικρή διάρκεια
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. δυνατή και ηχηρή σφαλιάρα, καρπαζιά, ο ξυλοδαρμός (πέφτουν στράκες)
  4. η πρόκληση μεγάλης εντύπωσης (κάνω στράκες)
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Η απάντηση που παίρνει είναι μιά στράκα που του κολλάει από πίσω ο Καραγκιόζης (στο: Κώστας Η. Μπίρης, «Ο Καραγκιόζης», περ. Νέα Εστία 605 (15 Σεπτ. 1952), σ. 1228)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στράκα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course