Meaning of στηθαίο | Babel Free
/stiˈθe.o/Ορισμοί
κατασκευή (τοιχάκι, ξύλινο ή μεταλλικό κιγκλίδωμα κ.ά.) που προστατεύει τους περαστικούς και αποτρέπει ατυχήματα
Ισοδύναμα
English
Parapet
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.