Σημασία του στερεύω | Babel Free
steˈɾe.voΟρισμοί
- παύω να βγάζω υγρό
- παύω να έχω νερό
- σταματά το γάλα
-
παύω να είμαι δημιουργικός figuratively
-
συνώνυμο του στερώ vulgar
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of στερεύω.
Ισοδύναμα
Čeština
schnout
עברית
נבל
日本語
はしゃぐ
Te Reo Māori
hara
Português
não ser suficiente
Svenska
komma till korta
Türkçe
kurulamak
Tiếng Việt
thất bát
Παραδείγματα
“※ Ο Τάνος ποταμός, παρά τον μεγαλόπρεπο ορισμό του, το καλοκαίρι στέρευε. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”
“στέρεψα από καινούριες ιδέες”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free