στερεύω
Ορισμοί
- παύω να βγάζω υγρό
- παύω να έχω νερό
- σταματά το γάλα
-
παύω να είμαι δημιουργικός figuratively
-
συνώνυμο του στερώ vulgar
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of στερεύω.
Ισοδύναμα
20 more languages
Češtinaschnout
עבריתנבל
日本語はしゃぐ
Te Reo Māorihara
Portuguêsnão ser suficiente
Svenskakomma till korta
Türkçekurulamak
Tiếng Việtthất bát
Παραδείγματα
“※ Ο Τάνος ποταμός, παρά τον μεγαλόπρεπο ορισμό του, το καλοκαίρι στέρευε. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”
“στέρεψα από καινούριες ιδέες”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free