Meaning of στερεύω | Babel Free
/steˈɾe.vo/Ορισμοί
- παύω να βγάζω υγρό
- παύω να έχω νερό
- σταματά το γάλα
-
παύω να είμαι δημιουργικός figuratively
-
συνώνυμο του στερώ vulgar
Παραδείγματα
“※ Ο Τάνος ποταμός, παρά τον μεγαλόπρεπο ορισμό του, το καλοκαίρι στέρευε. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”
“στέρεψα από καινούριες ιδέες”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.