HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στερεύω — definition

Conjugation of στερεύω

Regular CEFR B1
steˈɾe.vo

παύω να είμαι δημιουργικός Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στερεύω
εσύ στερεύεις
αυτός / αυτή / αυτό στερεύει
εμείς στερεύουμε
εσείς στερεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά στερεύουν
Παρατατικός
εγώ στέρευα
εσύ στέρευες
αυτός / αυτή / αυτό στέρευε
εμείς στερεύαμε
εσείς στερεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά στέρευαν
Αόριστος
εγώ στέρεψα
εσύ στέρεψες
αυτός / αυτή / αυτό στέρεψε
εμείς στερέψαμε
εσείς στερέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά στέρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στερέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στερέψω
εσύ στερέψεις
αυτός / αυτή / αυτό στερέψει
εμείς στερέψουμε
εσείς στερέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά στερέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στέρευε
εσείς στερεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στέρεψε
εσείς στερέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
στερέψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary