Meaning of στέκω | Babel Free
/ˈsteko/Ορισμοί
-
στέκομαι literary, vulgar
-
σταματώ, δεν κινούμαι literary, vulgar
-
: ισχύει, είναι σωστό literary, vulgar
-
: είναι σωστό, αποδεκτό impersonal, literary, verb, vulgar
Παραδείγματα
“Στέκω ακίνητος.”
I stand motionless.
“Ο στρατιώτης στέκει σε στάση προσοχής.”
The soldier stands to attention.
“Οι θεωρίες σου δεν στέκουν.”
Your theories are not correct (do not make sense).
“Αυτή η θεωρία δε στέκει επιστημονικά, δεν αντέχει σε κριτική.”
“Στέκει στην εποχή μας να παντρεύεται σε ηλικία 14 ετών; Δε στέκει.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.