HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στέκω — definition

Conjugation of στέκω

Regular CEFR B1
ˈsteko

: είναι σωστό, αποδεκτό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στέκω (στέκομαι →)
εσύ στέκεις
αυτός / αυτή / αυτό στέκει
εμείς στέκουμε
εσείς στέκετε
αυτοί / αυτές / αυτά στέκουν
Παρατατικός
εγώ έστεκα
εσύ έστεκες
αυτός / αυτή / αυτό έστεκε
εμείς στέκαμε
εσείς στέκατε
αυτοί / αυτές / αυτά έστεκαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα στέκω
εσύ θα στέκεις
αυτός / αυτή / αυτό θα στέκει
εμείς θα στέκουμε
εσείς θα στέκετε
αυτοί / αυτές / αυτά θα στέκουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στέκε
εσείς στέκετε

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary