Meaning of σκύβαλο | Babel Free
Ορισμοί
- ό,τι μένει στο κόσκινο μετά από το κοσκίνισμα του σταριού ή άλλων δημητριακών
- απόρριμμα, σκουπίδι
-
ανάξιος και τιποτένιος άνθρωπος figuratively
- (κοπρανολογική κλίμακα Bristol) κόπρανα τμηματισμένα σε σβώλους (κάποιες φορές διέρχονται δύσκολα)
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.