Meaning of ρόκα | Babel Free
/ˈɾo.ka/Ορισμοί
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ροκάς accusative, genitive, singular, vocative
- γυναικείο επώνυμο
- ράβδος στην οποία τοποθετούταν μαλλί για γνέσιμο
- ποώδες φυτό με άσπρα άνθη (επιστημονική ονομασία Eruca sativa), που τα φύλλα του τρώγονται σε σαλάτες
- μικρό στήριγμα για καλώδιο
Ισοδύναμα
English
Distaff
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.