Meaning of ρουκέτα | Babel Free
/ɾuˈce.ta/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- είδος πυροτεχνήματος σε σχήμα μικρού πυραύλου
- όπλο μεσαίου βεληνεκούς σε σχήμα μικρού πυραύλου που εκτοξεύεται από ειδικό όπλο (ρουκετοβόλο)
-
απρόσμενη δήλωση που αναμένεται να προκαλέσει θόρυβο figuratively
-
εμετός βρέφους που εκτοξεύεται με δύναμη figuratively
Παραδείγματα
“Διοικητής Τμήματος αποφάσισε να συλλάβει μετά από καταγγελία πέντε νεαρούς, που έκαναν ό,τι εδώ και μήνες οι περισσότεροι Βρονταδούσοι, ρουκέτες... Βέβαια, οι συγκεκριμένες που κατασχέθηκαν αποδείχθηκαν τζούφιες, αφού δεν είχαν φιτίλι, ρουκετόξυλα και μπορεί να είναι και άδειες ή προπέρσινες... (από την ημερήσια εφημερίδα της Χίου "Η Αλήθεια", 4-4-2009)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.