HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ρουκέτα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ɾuˈce.ta/

Ορισμοί

  1. γυναικείο όνομα
  2. είδος πυροτεχνήματος σε σχήμα μικρού πυραύλου
  3. όπλο μεσαίου βεληνεκούς σε σχήμα μικρού πυραύλου που εκτοξεύεται από ειδικό όπλο (ρουκετοβόλο)
  4. απρόσμενη δήλωση που αναμένεται να προκαλέσει θόρυβο
    figuratively
  5. εμετός βρέφους που εκτοξεύεται με δύναμη
    figuratively

Παραδείγματα

“Διοικητής Τμήματος αποφάσισε να συλλάβει μετά από καταγγελία πέντε νεαρούς, που έκαναν ό,τι εδώ και μήνες οι περισσότεροι Βρονταδούσοι, ρουκέτες... Βέβαια, οι συγκεκριμένες που κατασχέθηκαν αποδείχθηκαν τζούφιες, αφού δεν είχαν φιτίλι, ρουκετόξυλα και μπορεί να είναι και άδειες ή προπέρσινες... (από την ημερήσια εφημερίδα της Χίου "Η Αλήθεια", 4-4-2009)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ρουκέτα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course