HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πυρετός

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C1 Standard
[piɾɛˈtɔs]

Ορισμοί

  1. παθολογική άνοδος της θερμοκρασίας του σώματος
  2. η μεγάλη αύξηση της δραστηριότητας ενός ανθρώπου ή σε έναν τόπο
    figuratively

Ισοδύναμα

23 more languages
العربيةسخونة
Catalàfebre
Češtinahorečka
Danskfeber
Deutschfieber
Esperantofebro
Suomikuume
Galegoafervoar
עבריתחם
Magyarláz
日本語
Latinafebris
Nederlandskoortspyrexie
Portuguêsfebre
Svenskafeber
Türkçeateş
Українськагарячковий
中文發熱
繁體中文發熱

Παραδείγματα

“κίτρινος πυρετός”

yellow fever

“απεργιακός πυρετός”

strike fever

“※ Η κίτρινη γρίπη θέριζε τον πληθυσμό. Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό παιδί να τρέμει από τα ρίγη του πυρετού και να κρύβεται φοβισμένο κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα. (Γιώργος Μανιώτης, Σαράντα Κύματα, Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 18)”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πυρετός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free