πυκνός
Ορισμοί
που έχει μεγάλη ποσότητα από κάτι σε περιορισμένο χώρο και συνήθως είναι πολύ κοντά το ένα στο άλλο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Το δάσος αυτό είναι πολύ πυκνό. (έχει πολλά δέντρα και το ένα πολύ κοντά στο άλλο)”
“※ Αυτές οι σοκολατερί της Αθήνας φτιάχνουν την τέλεια ζεστή σοκολάτα. Πυκνή, παχύρρευστη, γλυκόπικρη ή πιο γλυκιά, μαύρη, γάλακτος, λευκή, βιενουά, με ρούμι ή με πιπέρι καγιέν, η ζεστή σοκολάτα είναι συνώνυμη με τη χειμωνιάτικη θαλπωρή. (www.kathimerini.gr, 10.01.2024)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free