Meaning of προδίδω | Babel Free
Ορισμοί
- αθετώ μια αυτονόητη ή ρητή υπόσχεση και αποκαλύπτω μυστικό που βλάπτει άτομο ή σύνολο ατόμων και τα εκθέτω στους διώκτες ή στους εχθρούς τους
- φέρομαι διπρόσωπα και απατώ τον ερωτικό μου σύντροφο
- διαψεύδω τις προσδοκίες άλλων ή και τις δικές μου για τον εαυτό μου, άθελά μου
- διαψεύδω εσκεμμένα ελπίδες και προσδοκίες άλλων ή δικές μου
- μια ακούσια συμπεριφορά ή μια λεπτομέρεια που δεν πρόσεξα, αποκαλύπτει άθελά μου κάτι που δεν ήθελα να φανερώσω
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Πρόδωσε την πατρίδα του”
“Αποκάλυψε στην αστυνομία που κρυβόταν ο Τάκης. Πρόδωσε τον καλύτερό του φίλο!”
“Πρόδωσε την εμπιστοσύνη που του δείξαμε”
“Με πρόδωσες με την καλύτερή μου φίλη!”
“Θέλω να συνεχίσω να δουλεύω, αλλά πια με προδίδει η μνήμη μου και γενικά οι πνευματικές μου δυνάμεις. Πρέπει να βγω στη σύνταξη.”
“Εγινε ίδιος με αυτούς που κατηγορούσε. Πρόδωσε τις αρχές του”
“Τον προδίδει το ένοχο βλέμμα του”
“Την πρόδωσε το κινητό γιατί ο άντρας της βρήκε μηνύματα από τον εραστή της”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.