HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πρακτικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/pɾa.ktiˈkos/

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με το πράξη, την εφαρμογή, αναφέρεται, είναι κατάλληλος ή αποσκοπεί σ’ αυτή
  2. που απέκτησε τις γνώσεις και τις επαγγελματικές δεξιότητες εκ πείρας κι όχι σε πανεπιστήμιο, σεμινάριο κ.λπ.
  3. που βοηθάει, δίνει λύσεις, διευκολύνει, είναι κατάλληλος για κάτι
  4. πρακτική
  5. πρακτικό

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“(ουσιαστικοποιημένο) πρακτικός”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πρακτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course