HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πρακτικός

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Specialized
pɾa.ktiˈkos

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με το πράξη, την εφαρμογή, αναφέρεται, είναι κατάλληλος ή αποσκοπεί σ’ αυτή
  2. που απέκτησε τις γνώσεις και τις επαγγελματικές δεξιότητες εκ πείρας κι όχι σε πανεπιστήμιο, σεμινάριο κ.λπ.
  3. που βοηθάει, δίνει λύσεις, διευκολύνει, είναι κατάλληλος για κάτι
  4. πρακτική
  5. πρακτικό

Ισοδύναμα

30 more languages
Българскипрактичен
Esperantopraktika
עבריתפרקטי
Bahasa Indonesiaamalifiklipragmatispraktis
Kurdîpratîk
Bahasa Melayupragmatikpragmatis
Türkçepratik

Παραδείγματα

“(ουσιαστικοποιημένο) πρακτικός”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πρακτικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free