Σημασία του πηχάκι | Babel Free
Ορισμοί
- μικρό μακρόστενο κομμάτι ξύλου ή σκληρού πλαστικού
- συστατικό σύνθετου ξύλινου πάνελ-παζλ
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“πρώτη ύλη για σοβατεπί (ξύλο, συνθετικό υλικό κτλ. κάποιες φορές κούφιο)”
“πολλά μασίφ ξύλινα πάνελ, αποτελούν παζλ από κολλημένα πηχάκια”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free