Meaning of πήχης | Babel Free
/ˈpi.çis/Ορισμοί
- το μέρος του άνω άκρου από τον αγκώνα έως τον καρπό
- ανδρικό επώνυμο
- παλαιότερη μονάδα μήκους, διαφορετική από χώρα σε χώρα
- εμπορικός πήχης 64 εκατοστά
- τεκτονικός πήχης 75 εκατοστά
- βασιλικός πήχης 1 μέτρο
- μακρόστενο λεπτό κομμάτι ξύλου
- το ξύλο που χρησιμοποιείται σαν όριο στο άλμα εις ύψος και στο επί κοντώ
Ισοδύναμα
English
cubit
Παραδείγματα
“≋ ταυτόσημα: το αντιβράχιο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.