πήχης
Ορισμοί
- το μέρος του άνω άκρου από τον αγκώνα έως τον καρπό
- ανδρικό επώνυμο
- παλαιότερη μονάδα μήκους, διαφορετική από χώρα σε χώρα
- εμπορικός πήχης 64 εκατοστά
- τεκτονικός πήχης 75 εκατοστά
- βασιλικός πήχης 1 μέτρο
- μακρόστενο λεπτό κομμάτι ξύλου
- το ξύλο που χρησιμοποιείται σαν όριο στο άλμα εις ύψος και στο επί κοντώ
Ισοδύναμα
33 more languages
Παραδείγματα
“≋ ταυτόσημα: το αντιβράχιο”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free