Meaning of πηλός | Babel Free
/piˈlos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- αργιλώδες υλικό, σε μορφή εύπλαστης λάσπης, που χρησιμοποιείται στην κατασκευή κεραμικών
Ισοδύναμα
English
Clay
Παραδείγματα
“※ Μου κόλλησε απάνω η κουβέντα του Θεού / Και είμαι σαν πηλός άσπιλος / Δεν τρώγω πια τα λόγια του αλλουνού / Και δεν μασώ την προστυχιά της τύχης (Γιώργος Σαραντάρης, Μου κόλλησε απάνω η κουβέντα του Θεού)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.