HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πηλός | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/piˈlos/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. αργιλώδες υλικό, σε μορφή εύπλαστης λάσπης, που χρησιμοποιείται στην κατασκευή κεραμικών

Ισοδύναμα

English Clay

Παραδείγματα

“※ Μου κόλλησε απάνω η κουβέντα του Θεού / Και είμαι σαν πηλός άσπιλος / Δεν τρώγω πια τα λόγια του αλλουνού / Και δεν μασώ την προστυχιά της τύχης (Γιώργος Σαραντάρης, Μου κόλλησε απάνω η κουβέντα του Θεού)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πηλός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course