HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of περιττός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/pe.ɾiˈtos/

Ορισμοί

  1. που είναι άχρηστος ή μη αναγκαίος, γιατί είναι περισσότερος από το κανονικό ή το αναγκαίο
  2. ακέραιος αριθμός που έχει υπόλοιπο όταν διαιρείται με το 2

Ισοδύναμα

English odd

Παραδείγματα

“Τα λόγια είναι περιττά.”
“※ «Οἱ Μπουλουκτσῆδες» του κου κ. Καρρά εἶναι ἠθογραφία μέ τήν τετριμμένη ἔννοια τοῦ ὅρου, φωτογραφική, ὄχι ὅμως καί φωνογραφική, γιατί ὁ λόγος του εἶναι κατασκευασμένος, μελετημένος, Τελικά λαϊκίζων φιλολογικός. Ανεκδοτολογεῖ καί ἀποθησαυρίζει. Δέν εἶναι ἀναγκαῖος καί περιττός. Εἶναι καλλιγραφία. Ελαφρολαϊκός, γιά νά χρησιμοποιήσουμε τόν ὅρο πού κυκλοφορεῖ γιά τή νοθευμένη ἔντεχνη λαϊκή μίμηση στή μουσική. (Κώστας Γεωργουσόπουλος, Κλειδιά και κώδικες θεάτρου, τομ. 1, 1984, σελ. 121)”
“Όλοι οι πρώτοι αριθμοί εκτός από το 2 είναι περιττοί, π.χ. 3, 5, 7, 11.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See περιττός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course