Meaning of παρέχω | Babel Free
/paˈɾe.xo/Ορισμοί
δίνω κάτι σε κάποιον, χορηγώ, προμηθεύω, προσφέρω, προξενώ
Παραδείγματα
“※ Το Λουξεμβούργο είχε ήδη συμφωνήσει να παράσχει πληροφορίες για τις συμφωνίες του με ξένες εταιρείες στις κυβερνήσεις των χωρών που θα τις ζητούσαν, όμως απέρριπτε το αίτημα των υπηρεσιών ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης επειδή δεν είναι φορολογικές αρχές. (* εφημερίδα Το Βήμα)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.