Conjugation of παρέχω
paˈɾe.xoδίνω κάτι σε κάποιον, χορηγώ, προμηθεύω, προσφέρω, προξενώ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παρέχω |
| εσύ | παρέχεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρέχει |
| εμείς | παρέχουμε |
| εσείς | παρέχετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρέχουν |
Παρατατικός
| εγώ | παρείχα |
| εσύ | παρείχες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρείχε |
| εμείς | παρέχαμε |
| εσείς | παρέχατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρείχαν |
Αόριστος
| εγώ | παρείχα |
| εσύ | παρείχες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρείχε |
| εμείς | παρείχαμε |
| εσείς | παρείχατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρείχαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παράσχω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παράσχω |
| εσύ | παράσχεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παράσχει |
| εμείς | παράσχουμε |
| εσείς | παράσχετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παράσχουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | παρέχετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | παράσχετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παράσχει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παρέχομαι |
| εσύ | παρέχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρέχεται |
| εμείς | παρεχόμαστε |
| εσείς | παρέχεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρέχονται |
Παρατατικός
| εγώ | παρεχόμουν |
| εσύ | παρεχόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρεχόταν |
| εμείς | παρεχόμασταν |
| εσείς | παρεχόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρέχονταν |
Αόριστος
| εγώ | παρασχέθηκα |
| εσύ | παρασχέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρασχέθηκε |
| εμείς | παρασχεθήκαμε |
| εσείς | παρασχεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρασχέθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παρασχεθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παρασχεθώ |
| εσύ | παρασχεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρασχεθεί |
| εμείς | παρασχεθούμε |
| εσείς | παρασχεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρασχεθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | παρέχεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | παρασχεθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παρασχεθεί |