HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παρέχω — definition

Conjugation of παρέχω

Regular CEFR C2
paˈɾe.xo

δίνω κάτι σε κάποιον, χορηγώ, προμηθεύω, προσφέρω, προξενώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παρέχω
εσύ παρέχεις
αυτός / αυτή / αυτό παρέχει
εμείς παρέχουμε
εσείς παρέχετε
αυτοί / αυτές / αυτά παρέχουν
Παρατατικός
εγώ παρείχα
εσύ παρείχες
αυτός / αυτή / αυτό παρείχε
εμείς παρέχαμε
εσείς παρέχατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρείχαν
Αόριστος
εγώ παρείχα
εσύ παρείχες
αυτός / αυτή / αυτό παρείχε
εμείς παρείχαμε
εσείς παρείχατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρείχαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παράσχω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παράσχω
εσύ παράσχεις
αυτός / αυτή / αυτό παράσχει
εμείς παράσχουμε
εσείς παράσχετε
αυτοί / αυτές / αυτά παράσχουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παρέχετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς παράσχετε
Απαρέμφατο αορίστου
παράσχει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παρέχομαι
εσύ παρέχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό παρέχεται
εμείς παρεχόμαστε
εσείς παρέχεστε
αυτοί / αυτές / αυτά παρέχονται
Παρατατικός
εγώ παρεχόμουν
εσύ παρεχόσουν
αυτός / αυτή / αυτό παρεχόταν
εμείς παρεχόμασταν
εσείς παρεχόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά παρέχονταν
Αόριστος
εγώ παρασχέθηκα
εσύ παρασχέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό παρασχέθηκε
εμείς παρασχεθήκαμε
εσείς παρασχεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρασχέθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρασχεθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παρασχεθώ
εσύ παρασχεθείς
αυτός / αυτή / αυτό παρασχεθεί
εμείς παρασχεθούμε
εσείς παρασχεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά παρασχεθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παρέχεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς παρασχεθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
παρασχεθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary