παράταξη
Ορισμοί
- η ένταξη κάποιων πραγμάτων ή προσώπων σε μια σειρά
- κανονικός στρατιωτικός σχηματισμός (στρατιωτών, οχημάτων, αρμάτων, πλοίων κ.ά.) για άμυνα ή επίθεση
- πολιτική (συνδικαλιστική ή άλλη) ομάδα ανθρώπων με οργάνωση, κοινές επιδιώξεις και πρακτικές
- σύνταξη κατά την οποία συνδέονται (με παρατακτικούς συνδέσμους) όμοιοι όροι ή προτάσεις (κύριες με κύριες ή δευτερεύουσες με δευτερεύουσες)
Ισοδύναμα
14 more languages
Παραδείγματα
“Η στρατιωτική παράταξη ήταν εντυπωσιακή.”
The military parade was impressive.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free