παράταση
Ορισμοί
- η μεταφορά ενός χρονικού ορίου σε μελλοντικό χρόνο
- η χρονική περίοδος από το αρχικό όριο μέχρι το νέο όριο
- το χρονικό διάστημα κατά το οποίο επεκτείνεται η κανονική διάρκεια ενός αγώνα λόγω μη επίτευξης συγκεκριμένων στόχων
Ισοδύναμα
27 more languages
العربيةوقت إضافي
Catalàpròrroga
Danskovertid
Gaeilgefadú
Հայերենլրացուցիչ ժամանակ
Bahasa Indonesialembur
Íslenskaframlenging
Te Reo Māoriroanga
Românăprelungire
Tiếng Việthiệp phụ
Παραδείγματα
“παράταση της ζωής”
life extension
“έπρεπε να πληρώσω αύριο το γραμμάτιο αλλά πήρα παράταση”
“πρέπει να μαζέψω όλα τα χαρτιά κατά τη διάρκεια της παράτασης”
“στο μπάσκετ, όταν υπάρχει ισοπαλία στην κανονική διάρκεια του αγώνα, οι αγώνες πηγαίνουν σε παράταση”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free