HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παπάρας | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
paˈpaɾas

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. άνθρωπος που λέει λόγια κενά περιεχομένου, κενολόγος, ανόητος

Παραδείγματα

“Μην ακούς τι σου λέει αυτός ο παπάρας.”

Don't listen to what that twit is telling you.

“※ Θα γίνω όμως, παίδες, και άμα γίνω, δεν θέλω να βγει κάνας παπάρας και να μου πει ότι δεν μπορώ να διεκδικήσω […]”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παπάρας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course