παπάρας
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- άνθρωπος που λέει λόγια κενά περιεχομένου, κενολόγος, ανόητος
Ισοδύναμα
Españolcapullo
12 more languages
Bosanskiidiot
Češtinahatmatilka
Hrvatskiidiot
Kurdîtwit
Nederlandskoeterwaals
Portuguêsalgaravia
Српскиidiot
Παραδείγματα
“Μην ακούς τι σου λέει αυτός ο παπάρας.”
Don't listen to what that twit is telling you.
“※ Θα γίνω όμως, παίδες, και άμα γίνω, δεν θέλω να βγει κάνας παπάρας και να μου πει ότι δεν μπορώ να διεκδικήσω […]”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free