Meaning of παπάρας | Babel Free
paˈpaɾasΟρισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- άνθρωπος που λέει λόγια κενά περιεχομένου, κενολόγος, ανόητος
Παραδείγματα
“Μην ακούς τι σου λέει αυτός ο παπάρας.”
Don't listen to what that twit is telling you.
“※ Θα γίνω όμως, παίδες, και άμα γίνω, δεν θέλω να βγει κάνας παπάρας και να μου πει ότι δεν μπορώ να διεκδικήσω […]”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.