HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Πέτρος | Babel Free

Noun masculine CEFR B1
/ˈpetɾos/

Ορισμοί

  1. ανδρικό όνομα
  2. ανδρικό όνομα, αντίστοιχο του Πέτρος
  3. βιβλίο της Βίβλου που περιέχει δύο επιστολές:

Ισοδύναμα

English Peter

Παραδείγματα

“Α΄ Πέτρου: 5 κεφάλαια;”
“Β΄ Πέτρου: 3 κεφάλαια.”
“※ Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου τέλεσε στις 24 Απριλίου 1932 ο Αρχιεπίσκοπος Αρμενίων Κύπρου, Πετρός Σαρατζιάν, ο οποίος και χρηματοδότησε την ανέγερσή του”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Πέτρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course