Meaning of πάχος | Babel Free
/ˈpa.xos/Ορισμοί
- ο περιττός και παραπανίσιος (σε σχέση με τον συνηθισμένο ή φυσιολογικό) όγκος και μάζα ενός ανθρώπινου σώματος, λόγω του συσσωρευμένου λίπους
- ανδρικό όνομα
- μια από τις τρεις διαστάσεις ενός στερεού σώματος
- το πλάτος μιας γραμμής
- το λίπος που υπάρχει σε κάποιο ζωικό κρέας που προορίζεται για βρώση
Ισοδύναμα
English
Thickness
Παραδείγματα
“τα πάχη μου, τα κάλλη μου”
“※ Προσδιορισμός ιδιοτήτων ερπυσμού επικαλύψεων παραγομένων μέσω θερμικού ψεκασμού και βέλτιστη επιλογή των παχών τους (τίτλος μελέτης στο Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (2002))”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.