HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ορισμός | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/o.ɾiˈzmos/

Ορισμοί

  1. η ενέργεια με την οποία ορίζω κάποιον σε κάποια θέση, αξίωμα ή επάγγελμα.
  2. συνώνυμο του καθορισμός, θέτω όρια
  3. σύντομη και περιεκτική περίοδος λόγου με την οποία περιγράφεται και ερμηνεύεται επακριβώς μια έννοια, σημασία λέξης ή φράσης
  4. επιθυμία, προσταγή, εντολή, διαταγή
    vulgar
  5. η ακριβής περιγραφή έννοιας με βάση προηγούμενες καλά ορισμένες έννοιες

Ισοδύναμα

English definition

Παραδείγματα

“ο σύλλογος καθηγητών συνεδρίασε με θέμα τον ορισμό σημαιοφόρου και παραστατών”
“βρες στο λεξικό τον ορισμό της λέξης δίριχτος”
“στους ορισμούς σου”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ορισμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course