Meaning of ορισμός | Babel Free
/o.ɾiˈzmos/Ορισμοί
- η ενέργεια με την οποία ορίζω κάποιον σε κάποια θέση, αξίωμα ή επάγγελμα.
- συνώνυμο του καθορισμός, θέτω όρια
- σύντομη και περιεκτική περίοδος λόγου με την οποία περιγράφεται και ερμηνεύεται επακριβώς μια έννοια, σημασία λέξης ή φράσης
-
επιθυμία, προσταγή, εντολή, διαταγή vulgar
- η ακριβής περιγραφή έννοιας με βάση προηγούμενες καλά ορισμένες έννοιες
Ισοδύναμα
English
definition
Παραδείγματα
“ο σύλλογος καθηγητών συνεδρίασε με θέμα τον ορισμό σημαιοφόρου και παραστατών”
“βρες στο λεξικό τον ορισμό της λέξης δίριχτος”
“στους ορισμούς σου”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.