Σημασία του ορισμός | Babel Free
o.ɾiˈzmosΟρισμοί
- η ενέργεια με την οποία ορίζω κάποιον σε κάποια θέση, αξίωμα ή επάγγελμα.
- συνώνυμο του καθορισμός, θέτω όρια
- σύντομη και περιεκτική περίοδος λόγου με την οποία περιγράφεται και ερμηνεύεται επακριβώς μια έννοια, σημασία λέξης ή φράσης
-
επιθυμία, προσταγή, εντολή, διαταγή vulgar
- η ακριβής περιγραφή έννοιας με βάση προηγούμενες καλά ορισμένες έννοιες
Ισοδύναμα
العربية
اصطلاح
Български
цел
Čeština
označení
Dansk
betegnelse
Esperanto
difino
Íslenska
heiti
Latina
vocamen
Nederlands
benaming
ไทย
นาม
Українська
визначення
Παραδείγματα
“ο σύλλογος καθηγητών συνεδρίασε με θέμα τον ορισμό σημαιοφόρου και παραστατών”
“βρες στο λεξικό τον ορισμό της λέξης δίριχτος”
“στους ορισμούς σου”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free