Meaning of οριακός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με (κάποια) όρια, αναφέρεται σ’ αυτά ή βρίσκεται σ’ αυτά
- που έχει σχέση με (κάποια) σύνορα, αναφέρεται σ’ αυτά ή βρίσκεται σ’ αυτά
- που έχει φτάσει σ’ ένα υψηλό σημείο και θα θέλαμε να μειωθεί ή σ’ ένα χαμηλό σημείο και θα θέλαμε να αυξηθεί
-
κρίσιμος figuratively
Ισοδύναμα
English
Borderline
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.