HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του οπλισμός | Babel Free

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
o.pliˈzmos

Ορισμοί

  1. ένα σύνολο από όπλα (που χρησιμοποιεί ένας ένοπλος ή ένα σύνολο ανθρώπων, π.χ. στρατός)
  2. κάποιο υλικό σε διάφορες μορφές (π.χ. σιδερένιες ράβδοι), που χρησιμοποιείται για να ενισχύσει μια κατασκευή (π.χ. από σκυρόδεμα)
    broadly
  3. οι ικανότητες ή οι δυνατότητες που έχει κάποιος σε έναν τομέα
    figuratively
  4. οι διέσεις ή υφέσεις που βρίσκονται στην αρχή ενός πεντάγραμμου και καθορίζουν την κλίμακα ενός μουσικού κομματιού

Ισοδύναμα

العربية سلاح
Беларуская зброя
Български оръжие
Català armadura
Esperanto armilaro
فارسی سلاح
Français armature armement armure armure arsenal
Gaeilge airm
Magyar fegyverzet
Italiano armi
日本語 兵器 武器
ភាសាខ្មែរ សព្វាវុធ អាវុធ
한국어 무기 병기
Kurdî Arsenal
Latina arma
ລາວ ອາວຸດ
Македонски вооружување оружје
Nederlands voorteken voortekening
Polski bron uzbrojenie
Português armamento armas
Slovenčina výzbroj
Српски arsenal оружје
Svenska förtecken
Тоҷикӣ силоҳ
ไทย อาวุธ
Українська зброя озбро́єння
Tiếng Việt binh khí vũ khí

Παραδείγματα

“※ την ώρα της παράδοσης–παραλαβής του οπλισμού μεταξύ δύο φρουρών, ένα περίστροφο εκπυρσοκρότησε, με αποτέλεσμα η σφαίρα να διαπεράσει μια γυψοσανίδα. (Ατύχημα με εκπυρσοκρότηση όπλου στο Νοσοκομείο Χανίων - Η σφαίρα διαπέρασε γυψοσανίδα, cnn.com, 17/11/2025 https://www.cnn.gr/ellada/story/505767/atyxima-me-ekpyrsokrotisi-oplou-sto-nosokomeio-xanion-diaperase-gypsosanida-i-sfaira)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη οπλισμός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free