Meaning of οπλισμός | Babel Free
/o.pliˈzmos/Ορισμοί
- ένα σύνολο από όπλα (που χρησιμοποιεί ένας ένοπλος ή ένα σύνολο ανθρώπων, π.χ. στρατός)
-
κάποιο υλικό σε διάφορες μορφές (π.χ. σιδερένιες ράβδοι), που χρησιμοποιείται για να ενισχύσει μια κατασκευή (π.χ. από σκυρόδεμα) broadly
-
οι ικανότητες ή οι δυνατότητες που έχει κάποιος σε έναν τομέα figuratively
- οι διέσεις ή υφέσεις που βρίσκονται στην αρχή ενός πεντάγραμμου και καθορίζουν την κλίμακα ενός μουσικού κομματιού
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ την ώρα της παράδοσης–παραλαβής του οπλισμού μεταξύ δύο φρουρών, ένα περίστροφο εκπυρσοκρότησε, με αποτέλεσμα η σφαίρα να διαπεράσει μια γυψοσανίδα. (Ατύχημα με εκπυρσοκρότηση όπλου στο Νοσοκομείο Χανίων - Η σφαίρα διαπέρασε γυψοσανίδα, cnn.com, 17/11/2025 https://www.cnn.gr/ellada/story/505767/atyxima-me-ekpyrsokrotisi-oplou-sto-nosokomeio-xanion-diaperase-gypsosanida-i-sfaira)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.