ξεφτέρι
Ορισμοί
- λαϊκή ονομασία αρπαχτικού πουλιού (Accipiter nisus) που μοιάζει με γεράκι με χαρακτηριστικό ξανθό χρώμα στα φτερά των ποδιών, πάρα πολύ γρήγορο σε σημείο να μπορεί να συλλαμβάνει μικρά πουλιά στον αέρα
-
πολύ εύστροφος και έξυπνος άνθρωπος, κάποιος που γνωρίζει πολύ καλά ένα αντικείμενο ή έναν τομέα σε βαθμό που να είναι πολύ γρήγορος στην εξεύρεση λύσεων και την αντιμετώπιση καταστάσεων σε σχέση με το αντικείμενο figuratively
- δείτε και τα ξεφτέρια, τα εξαπτέρυγα της Εκκλησίας
Ισοδύναμα
32 more languages
Българскисхватлив
Catalàesparver
Cymraeggwalch glas
Danskspurvehøg
Esperantonizo
فارسیباشِه
Gàidhligspeireag
Magyarkarvaly
Հայերենլորաճուռակ
日本語鷂
ქართულიმიმინო
한국어새매
Maltisparvier
Românăuliu păsărar
Slovenščinaskobec
Shqipkrahathadër
Українськакмітливий
Tiếng Việtbồ cắt
Παραδείγματα
“see: έξυπνος (éxypnos, “intelligent”)”
“Έχει γίνει πια ξεφτέρι στη δουλειά που κάνει.”
“Είναι ξεφτέρι στα φιλολογικά αλλά σκράπας στη βιολογία.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free