HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of νεωκόρος | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. λαϊκός που έχει την ευθύνη για την καθαριότητα, την τάξη, την ασφάλεια και την λειτουργική ετοιμότητα ενός Ιερού Ναού
  2. ανδρικό όνομα

Ισοδύναμα

English neokoros Sexton

Παραδείγματα

“※ Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη, 1915)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See νεωκόρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course