Σημασία του νεωλκείο | Babel Free
ne.olˈci.oΟρισμοί
επικλινής κατασκευή ή ανάλογη διαμόρφωση της ακτής ή του λιμανιού όπου στηρίζεται και γλιστράει ειδική ναυπηγική σχάρα πάνω στην οποία κατασκευάζονται, επισκευάζονται, βάφονται ή καθαρίζονται πλοία ή σκάφη
formal
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free