μπουφές
Ορισμοί
- γεύμα με ποικιλία εδεσμάτων όπου τα φαγητά βρίσκονται σε πιατέλες σε ένα τραπέζι και οι καλεσμένοι πηγαίνουν εκεί και σερβίρονται μόνοι τους στο πιάτο τους
- το τραπέζι (ή ο χώρος) όπου τοποθετούνται τα φαγητά σε ένα τέτοιο γεύμα
- ξύλινο έπιπλο (ντουλάπι αλλά όχι εντοιχισμένο) όπου φυλάσσονται πιατικά, σερβίτσια, κρύσταλλα κλπ
Ισοδύναμα
32 more languages
العربيةبُوفِيه
Bosanskikredenc
Catalàbufet
DeutschAnrichteBüfettBuffeteinen Puff versetzenGeschirrschrankKastenKredenzmit Püffen traktierenschlagenSchrankSideboardStößen
Esperantobufedo
فارسیبوفه
עבריתמזנון
Hrvatskikredenc
Bahasa Indonesiabufet
日本語ビュッフェ
Қазақ тіліасадал
한국어뷔페
Te Reo Māoritukituki
Bahasa Melayubufet
Српскиkredenc
Українськабуфет
Tiếng Việtbúp phê
中文自助餐
繁體中文自助餐
Παραδείγματα
“Στο πάρτι υπήρχε πλούσιος μπουφές με φαγητά.”
At the party there was a rich buffet with food.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free