Meaning of κυλικείο | Babel Free
/ci.liˈci.o/Ορισμοί
μικρού μεγέθους επιχείρηση, μέσα στο χώρο ιδιωτικής ή δημόσιας υπηρεσίας, η οποία παρέχει τρόφιμα, καφέδες, αναψυκτικά και άλλα είδη, με ή χωρίς χώρο για καθίσματα
Παραδείγματα
“※ Ακατάλληλα και ανθυγιεινά τρόφιμα, γαριδάκια, πίτσες, σοκολάτες, αναψυκτικά —προϊόντα που θεωρούνται περίπου «επικηρυγμένα» από γιατρούς και διατροφολόγους για τη διατροφή των παιδιών— αναμένεται και φέτος, όπως όλα δείχνουν, να παρελάσουν από τα ράφια των σχολικών κυλικείων της χώρας. (εφ. Ελευθεροτυπία, 11.09.2010)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.