Meaning of μπουκάρω | Babel Free
/buˈka.ɾo/Ορισμοί
-
μπαίνω, εισέρχομαι, συνήθως απότομα, ξαφνικά, κάνω έφοδο vulgar
- ορμάω και σπρώχνω, γεμίζω
- μπαίνω σε λιμάνι για λίγο, για ανεδοφιασμό ή άλλο λόγο
Παραδείγματα
“και πάνω που θα βούταγα το χρυσαφικό, μπουκάρανε οι μπάτσοι”
“μπουκάρουν τα πανιά (όταν τα φουσκώνει και τα γεμίζει ο άνεμος)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.