HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπουκάρω | Babel Free

Verb CEFR C2 Specialized
/buˈka.ɾo/

Ορισμοί

  1. μπαίνω, εισέρχομαι, συνήθως απότομα, ξαφνικά, κάνω έφοδο
    vulgar
  2. ορμάω και σπρώχνω, γεμίζω
  3. μπαίνω σε λιμάνι για λίγο, για ανεδοφιασμό ή άλλο λόγο

Παραδείγματα

“και πάνω που θα βούταγα το χρυσαφικό, μπουκάρανε οι μπάτσοι”
“μπουκάρουν τα πανιά (όταν τα φουσκώνει και τα γεμίζει ο άνεμος)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπουκάρω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course