Meaning of μπουζί | Babel Free
/buˈzi/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- εξάρτημα των μηχανών εσωτερικής καύσης που παράγει το σπινθήρα, ώστε να γίνει η ανάφλεξη του καυσίμου μέσα στον κύλινδρο
Ισοδύναμα
English
spark plug
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.