HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μπουζί

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
buˈzi

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. εξάρτημα των μηχανών εσωτερικής καύσης που παράγει το σπινθήρα, ώστε να γίνει η ανάφλεξη του καυσίμου μέσα στον κύλινδρο

Ισοδύναμα

26 more languages

Παραδείγματα

“Ο κύριος Μπουζί άνοιξε ένα νέο κατάστημα.”

Mr. Bouzi opened a new shop.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μπουζί σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free