HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μοχλός

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
moˈxlos

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. άκαμπτο αντικείμενο που σε συνδυασμό με ένα υπομόχλιο μπορεί να πολλαπλασιάσει τη μηχανική δύναμη που ασκείται σε ένα άλλο αντικείμενο
  3. εξάρτημα ενός μηχανισμού που το χρησιμοποιεί ο χειριστής για να επιτελέσει κάποιες λειτουργίες

Ισοδύναμα

18 more languages

Παραδείγματα

“Ο κύριος Μοχλός δίδασκε μαθηματικά στο σχολείο.”

Mr. Mochlos taught mathematics at the school.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μοχλός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free