HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μουσαμάς

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B2
mu.saˈmas

Ορισμοί

  1. αδιάβροχο ύφασμα που περιέχει υλικά όπως κερί
  2. ανδρικό επώνυμο

Ισοδύναμα

25 more languages
Българскибрезентмушама
Bosanskibat
Češtinaceltovina
Esperantobaso
हिन्दीतिरपाल
Hrvatskibat
Magyarponyva
Bahasa Indonesiaterpal
ქართულიბრეზენტი
Македонскимушама
Polskibrezent
Românăprelată
Српскиbat
Svenskapresenning
Tagalogtarapal
Tiếng Việtbát

Παραδείγματα

“※ Πρέπει να στερεώσουν τους σκισμένους μουσαμάδες, να καρφώσουν σπασμένα μαδέρια, να ασφαλίσουν τους φωναγωγούς, να ρίχνουν το μάτι τους στα σπιράγια και στις γραδελάδες της μηχανής. Να' χουνε το νου τους στα φινιστρίνια. (Η μεσοπολεμική πεζογραφία από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939), εκδ. Σοκόλη, 1996, σελ. 184)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μουσαμάς σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free