Meaning of μουσαμάς | Babel Free
/mu.saˈmas/Ορισμοί
- αδιάβροχο ύφασμα που περιέχει υλικά όπως κερί
- ανδρικό επώνυμο
Παραδείγματα
“※ Πρέπει να στερεώσουν τους σκισμένους μουσαμάδες, να καρφώσουν σπασμένα μαδέρια, να ασφαλίσουν τους φωναγωγούς, να ρίχνουν το μάτι τους στα σπιράγια και στις γραδελάδες της μηχανής. Να' χουνε το νου τους στα φινιστρίνια. (Η μεσοπολεμική πεζογραφία από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939), εκδ. Σοκόλη, 1996, σελ. 184)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.