μονομαχία
Ορισμοί
- η μάχη μεταξύ δύο μόνο πολεμιστών (ή πολεμικών πλοίων, αρμάτων, αεροσκαφών κ.λπ.)
- η σύγκρουση με όπλα μεταξύ δύο αντιπάλων σε προκαθορισμένο τόπο και χρόνο, με προκαθορισμένους κανόνες και παρουσία μαρτύρων· συνηθιζόταν στο παρελθόν για ζητήματα τιμής και, συχνά, κατέληγε στο θάνατο ενός από τους αντιπάλους
-
η αντιπαράθεση, η αναμέτρηση μεταξύ δύο αντιπάλων general
Ισοδύναμα
29 more languages
العربيةمبارزة
Catalàjusta
DeutschDuellduellierenHundekampfKurvenkampfLanzenstechenLanzenzweikampfLuftkampfMensurNahkampfTjostZweikampf
Esperantoduelo
עבריתתחרות
Magyarpárbaj
Íslenskaeinvígi
Kurdîdûst
Latinaduello
Maltiġostra
中文決鬥
繁體中文決鬥
Παραδείγματα
“Η μονομαχία των δύο ιπποτών κράτησε ώρες.”
The duel between the two knights lasted for hours.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free