Meaning of μηνίσκος | Babel Free
Ορισμοί
- το γεωμετρικό σχήμα που ορίζεται από δύο τόξα, τα οποία έχουν κοινά άκρα και βρίσκονται προς την ίδια πλευρά της κοινής χορδής
- σχηματισμός από ίνες και χόνδρο, που παρεμβάλλεται στις αρθρώσεις για να διευκολύνει τις κινήσεις των οστών
- Η φάση της Σελήνης ή άλλου ουράνιου σώματος κατά την οποία λιγότερη από τη μισή ορατή επιφάνειά της εμφανίζεται φωτισμένη
Παραδείγματα
“Mετατόπιση / ρήξη / αφαίρεση του μηνίσκου”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.