Meaning of μετέωρος | Babel Free
/meˈte.o.ɾos/Ορισμοί
- που αιωρείται πάνω από το έδαφος, χωρίς να κινείται προς κάποια κατεύθυνση
-
που βρίσκεται σε αβεβαιότητα ή σε αναμονή figuratively
-
που δεν έχει αποφασίσει ακόμη especially
Παραδείγματα
“※ Αχ, βόγγηξε, γιατί Θεέ μου, γιατί... μονολογούσε κι έκλαιγε ψαύοντας με το πόδι κάθε σκαλί, να το βρει για να πατάει στέρεα κι άρχισε σκαλί με σκαλί να κατεβαίνει όπου ξαφνικά στραβοπάτησε, πήγε μπρος πίσω, ταλαντεύτηκε βρέθηκε μετέωρη. Μάνααα μουουου ... ούρλιαξε, κατρακύλησε (Εύη Μελεάγρου, Πρώτη κατάδυση: ...στον Ωκεάνιο Βυθό, εκδ. Δωδώνη, σελ. 41, 1997)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.