HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μετέωρος | Babel Free

Adjective CEFR B2
/meˈte.o.ɾos/

Ορισμοί

  1. που αιωρείται πάνω από το έδαφος, χωρίς να κινείται προς κάποια κατεύθυνση
  2. που βρίσκεται σε αβεβαιότητα ή σε αναμονή
    figuratively
  3. που δεν έχει αποφασίσει ακόμη
    especially

Παραδείγματα

“※ Αχ, βόγγηξε, γιατί Θεέ μου, γιατί... μονολογούσε κι έκλαιγε ψαύοντας με το πόδι κάθε σκαλί, να το βρει για να πατάει στέρεα κι άρχισε σκαλί με σκαλί να κατεβαίνει όπου ξαφνικά στραβοπάτησε, πήγε μπρος πίσω, ταλαντεύτηκε βρέθηκε μετέωρη. Μάνααα μουουου ... ούρλιαξε, κατρακύλησε (Εύη Μελεάγρου, Πρώτη κατάδυση: ...στον Ωκεάνιο Βυθό, εκδ. Δωδώνη, σελ. 41, 1997)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μετέωρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course