Meaning of μετάξι | Babel Free
/meˈta.ksi/Ορισμοί
- ιξώδης ουσία με μεγάλη αντοχή και λεπτή, λεία και απαλή υφή που εκκρίνεται σε ινώδη μορφή από το κουκούλι του μεταξοσκώληκα
-
η κλωστή που κατασκευάζεται από το κουκούλι του μεταξοσκώληκα και χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη στην υφαντουργία figuratively
-
το ύφασμα που παράγεται από κλωστή μεταξιού, το μεταξωτό figuratively
-
καθετί με απαλή υφή και λάμψη σαν το μετάξι figuratively
Ισοδύναμα
English
silk
Παραδείγματα
“※ Ακούστηκαν πίσω του γυναίκειες μιλιὲς ' κι ἀχνὸ σουσούρισμα ἀπὸ μετάξι (Νίκος Καζαντζάκης, Ο Καπετάν Μιχάλης (Ελευτερία ή Θάνατος), εκδ. Ν. Καζαντζάκη, σελ. 34, 1964)”
“η κλωστοϋφαντουργία μας χρησιμοποιεί μετάξι ως πρώτη ύλη”
“το φόρεμά της είναι φτιαγμένο από μετάξι, γι' αυτό γυαλίζει τόσο”
“δέρμα σαν μετάξι”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.