Meaning of ματάκι | Babel Free
Ορισμοί
- μικρό μάτι
- μικρή γυάλινη οπή στην εξώπορτα του σπιτιού, ώστε ο κάτοικος να βλέπει ποιος βρίσκεται έξω από την πόρτα του
- παλιό παιδικό παιχνίδι που λεγόταν και "ἀματάκι", όπου τα αγόρια στόχευαν το ένα τον βόλο του άλλου
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.