HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μαγιά | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/maˈʝa/

Ορισμοί

  1. γυναικείο όνομα
  2. η μαγική ενέργεια που στρέφεται προς κάποιον ή κάτι
  3. γλώσσα των Ινδιάνων Μάγια που ζουν στο Μεξικό (μάγια του Γιουκατάν) ή στη Γουατεμάλα (Κιτσέ)
  4. φόρμα που φορούν οι χορευτές
  5. ουσία που περιέχει μύκητες που προκαλούν ζύμωση
  6. γυναικείο επώνυμο
  7. η μαγεία
    broadly
  8. ο αρχικός πυρήνας που θα δώσει στο μέλλον μια καινούρια εξέλιξη
    figuratively
  9. η μαγεία, η γοητεία, η ομορφιά, τα θέλγητρα
    figuratively

Ισοδύναμα

English yeast

Παραδείγματα

“μου έκανε μάγια”

(s)he cast a spell [on me]

“η μαγιά της μπίρας”
“αυτή η μικρή παρέα μουσικών ήταν η μαγιά για τη δημιουργία ενός νέου καλλιτεχνικού ρεύματος”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μαγιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course