Σημασία του μαγιά | Babel Free
maˈʝaΟρισμοί
- γυναικείο όνομα
- η μαγική ενέργεια που στρέφεται προς κάποιον ή κάτι
- γλώσσα των Ινδιάνων Μάγια που ζουν στο Μεξικό (μάγια του Γιουκατάν) ή στη Γουατεμάλα (Κιτσέ)
- φόρμα που φορούν οι χορευτές
- ουσία που περιέχει μύκητες που προκαλούν ζύμωση
- γυναικείο επώνυμο
-
η μαγεία broadly
-
ο αρχικός πυρήνας που θα δώσει στο μέλλον μια καινούρια εξέλιξη figuratively
-
η μαγεία, η γοητεία, η ομορφιά, τα θέλγητρα figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“μου έκανε μάγια”
(s)he cast a spell [on me]
“η μαγιά της μπίρας”
“αυτή η μικρή παρέα μουσικών ήταν η μαγιά για τη δημιουργία ενός νέου καλλιτεχνικού ρεύματος”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free