Σημασία του μέλισσα | Babel Free
ˈme.li.saΟρισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μελισσάς
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Μελισσάς
- (Apis melifera) υμενόπτερο έντομο με δηλητηριώδες κεντρί. Ζει σε κοινωνίες κι εκτρέφεται για το μέλι και το κερί που παράγει
- γυναικείο όνομα
- πολυετές ποώδες φυτό με μορφή θάμνου
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- ομαδικό παιχνίδι κυρίως για κορίτσια που συνοδεύεται από ένα τραγούδι για τη μέλισσα
Ισοδύναμα
العربية
نحلة
Беларуская
пчала
Български
пчела
বাংলা
মৌমাছি
Català
abella
Cymraeg
gwenyn
Esperanto
abelo
Español
abeja
Eesti
mesilane
فارسی
زنبور
Gaeilge
beach
Galego
berrar
ગુજરાતી
મધમાખી
עברית
דבורה
हिन्दी
मधुमक्खी
Հայերեն
մեղու
Latina
apis
Lietuvių
bite
Latviešu
bite
Монгол
зөгий
Română
albină
Slovenčina
včela
Slovenščina
čebela
Українська
бджола
Παραδείγματα
“σμάρι από μέλισσες, κυψέλη μελισσών”
“Οι εργάτριες, οι κηφήνες και η βασίλισσα απαρτίζουν την κοινωνία των μελισσών.”
“περνά, περνά η μέλισσα με τα μελισσόπουλα....”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free