Meaning of μέλισσα | Babel Free
/ˈme.li.sa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μελισσάς
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Μελισσάς
- (Apis melifera) υμενόπτερο έντομο με δηλητηριώδες κεντρί. Ζει σε κοινωνίες κι εκτρέφεται για το μέλι και το κερί που παράγει
- γυναικείο όνομα
- πολυετές ποώδες φυτό με μορφή θάμνου
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- ομαδικό παιχνίδι κυρίως για κορίτσια που συνοδεύεται από ένα τραγούδι για τη μέλισσα
Ισοδύναμα
English
Melissa
Παραδείγματα
“σμάρι από μέλισσες, κυψέλη μελισσών”
“Οι εργάτριες, οι κηφήνες και η βασίλισσα απαρτίζουν την κοινωνία των μελισσών.”
“περνά, περνά η μέλισσα με τα μελισσόπουλα....”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.