μέλισσα
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μελισσάς
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Μελισσάς
- (Apis melifera) υμενόπτερο έντομο με δηλητηριώδες κεντρί. Ζει σε κοινωνίες κι εκτρέφεται για το μέλι και το κερί που παράγει
- γυναικείο όνομα
- πολυετές ποώδες φυτό με μορφή θάμνου
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- ομαδικό παιχνίδι κυρίως για κορίτσια που συνοδεύεται από ένα τραγούδι για τη μέλισσα
Ισοδύναμα
50 more languages
العربيةنحلة
Беларускаяпчала
Българскипчела
বাংলামৌমাছি
Catalàabella
Cymraeggwenyn
Esperantoabelo
Eestimesilane
فارسیزنبور
Gaeilgebeach
Galegoberrar
ગુજરાતીમધમાખી
עבריתדבורה
हिन्दीमधुमक्खी
Հայերենմեղու
Íslenskabý
Latinaapis
Lietuviųbite
Latviešubite
Монголзөгий
ਪੰਜਾਬੀਮੱਧ
Românăalbină
Slovenčinavčela
Slovenščinačebela
Shqipbletë
Українськабджола
Παραδείγματα
“σμάρι από μέλισσες, κυψέλη μελισσών”
“Οι εργάτριες, οι κηφήνες και η βασίλισσα απαρτίζουν την κοινωνία των μελισσών.”
“περνά, περνά η μέλισσα με τα μελισσόπουλα....”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free