HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μέλισσα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard
ˈme.li.sa

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μελισσάς
  2. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Μελισσάς
  3. (Apis melifera) υμενόπτερο έντομο με δηλητηριώδες κεντρί. Ζει σε κοινωνίες κι εκτρέφεται για το μέλι και το κερί που παράγει
  4. γυναικείο όνομα
  5. πολυετές ποώδες φυτό με μορφή θάμνου
  6. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  7. ομαδικό παιχνίδι κυρίως για κορίτσια που συνοδεύεται από ένα τραγούδι για τη μέλισσα

Ισοδύναμα

50 more languages
العربيةنحلة
Беларускаяпчала
Българскипчела
বাংলামৌমাছি
Catalàabella
Češtinavčelavčelí
Cymraeggwenyn
Esperantoabelo
فارسیزنبور
Gaeilgebeach
Galegoberrar
ગુજરાતીમધમાખી
עבריתדבורה
हिन्दीमधुमक्खी
Հայերենմեղու
Bahasa Indonesialebahtawon
Íslenska
ItalianoapebeèMelissapecchia
Kurdîhingmeş
Latinaapis
Lietuviųbite
Latviešubite
Монголзөгий
ਪੰਜਾਬੀਮੱਧ
Românăalbină
Slovenčinavčela
Slovenščinačebela
Shqipbletë
SvenskabiMelissa
TürkçearıMelisa
Українськабджола
Tiếng Việtôngóng
中文蜜蜂
繁體中文蜜蜂

Παραδείγματα

“σμάρι από μέλισσες, κυψέλη μελισσών”
“Οι εργάτριες, οι κηφήνες και η βασίλισσα απαρτίζουν την κοινωνία των μελισσών.”
“περνά, περνά η μέλισσα με τα μελισσόπουλα....”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μέλισσα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free