HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μέλισσα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/ˈme.li.sa/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μελισσάς
  2. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Μελισσάς
  3. (Apis melifera) υμενόπτερο έντομο με δηλητηριώδες κεντρί. Ζει σε κοινωνίες κι εκτρέφεται για το μέλι και το κερί που παράγει
  4. γυναικείο όνομα
  5. πολυετές ποώδες φυτό με μορφή θάμνου
  6. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  7. ομαδικό παιχνίδι κυρίως για κορίτσια που συνοδεύεται από ένα τραγούδι για τη μέλισσα

Ισοδύναμα

English Melissa

Παραδείγματα

“σμάρι από μέλισσες, κυψέλη μελισσών”
“Οι εργάτριες, οι κηφήνες και η βασίλισσα απαρτίζουν την κοινωνία των μελισσών.”
“περνά, περνά η μέλισσα με τα μελισσόπουλα....”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μέλισσα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course