HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λούκι | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈlu.ci/

Ορισμοί

  1. αγωγός / σωλήνας συγκέντρωσης και απορροής ή αποχέτευσης των νερών της βροχής από τη στέγη ή άλλα σημεία
  2. είδος πτύχωσης σε ρούχο (φούστες κ.λπ.)

Παραδείγματα

“※ Το νερό έτρεχε βρύση από τα λούκια, πιτσιλούσε τρόγυρα κι αναγκάζονταν οι κυρίες να σηκώνουν το φουστάνι πάνω από τον αστράγαλο, ωσάμ' εκεί που άρχιζε η γάμπα. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λούκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course