Meaning of λούκι | Babel Free
/ˈlu.ci/Ορισμοί
- αγωγός / σωλήνας συγκέντρωσης και απορροής ή αποχέτευσης των νερών της βροχής από τη στέγη ή άλλα σημεία
- είδος πτύχωσης σε ρούχο (φούστες κ.λπ.)
Παραδείγματα
“※ Το νερό έτρεχε βρύση από τα λούκια, πιτσιλούσε τρόγυρα κι αναγκάζονταν οι κυρίες να σηκώνουν το φουστάνι πάνω από τον αστράγαλο, ωσάμ' εκεί που άρχιζε η γάμπα. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.