Meaning of λιβάδι | Babel Free
/liˈva.ði/Ορισμοί
- έκταση που καλύπτεται από χαμηλή βλάστηση, κυρίως χορτάρι, κατάλληλη για βόσκηση
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- λιμνοθάλασσα με πολύ μικρό βάθος, στην οποία εκτρέφονται ψάρια
Παραδείγματα
“※ Συλλογικά, η συμπεριφορά μας μοιάζει με αυτήν του κτηνοτρόφου: νοιαστήκαμε μόνο για την πάρτη μας, υπερβοσκήσαμε το κοινό λιβάδι - τα δημόσια οικονομικά, υπό την ευρεία έννοια -, και φυσικά δεν προκαλεί έκπληξη που καταρρεύσαμε, που το πράσινο λιβάδι έγινε άγονη γη. (Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών, Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών και χρεοκοπία, εκδ. Ίκαρος, 2015)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.