HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λιβάδι | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard
/liˈva.ði/

Ορισμοί

  1. έκταση που καλύπτεται από χαμηλή βλάστηση, κυρίως χορτάρι, κατάλληλη για βόσκηση
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  3. λιμνοθάλασσα με πολύ μικρό βάθος, στην οποία εκτρέφονται ψάρια

Ισοδύναμα

English field meadow pasture

Παραδείγματα

“※ Συλλογικά, η συμπεριφορά μας μοιάζει με αυτήν του κτηνοτρόφου: νοιαστήκαμε μόνο για την πάρτη μας, υπερβοσκήσαμε το κοινό λιβάδι - τα δημόσια οικονομικά, υπό την ευρεία έννοια -, και φυσικά δεν προκαλεί έκπληξη που καταρρεύσαμε, που το πράσινο λιβάδι έγινε άγονη γη. (Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών, Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών και χρεοκοπία, εκδ. Ίκαρος, 2015)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λιβάδι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course