Meaning of λάβαρο | Babel Free
/ˈla.va.ɾo/Ορισμοί
- κομμάτι υφάσματος που κρέμεται από ιστό και φέρει παραστάσεις και εμβλήματα ενός στρατού, κόμματος, συλλόγου
- κομμάτι υφάσματος με περίτεχνη διακόσμηση που περιφέρεται σε θρησκευτικές πομπές
Παραδείγματα
“※ καὶ μ’ ἄλλους τόσους ἄρχοντες νὰ πηαίνουν ἐμπροστά μου, / τὸ λάβαρο ὁ στρατάρχης μου βαστώντας στὰ δεξά μου· (Ιωάννης Τρωίλος, Βασιλεύς ο Ροδολίνος, 85-86, 1640 / 1647 μ.χ.)”
“※ Η εικόνα του λαβάρου προκάλεσε δριμεία κριτική. Ο καλυμμένος πίσω από το κρυπτώνυμο Αμφικτύων εκτόξευσε χολή στην εφημερίδα Επιθεώρησις της 19ης Μαΐου 1887, σε άρθρο του, το οποίο ο Γύζης το είχε αντιγράψει! Δεν διστάζει να το αποκαλέσει χονδροειδές εικόνισμα και ακαλαίσθητο κακοτέχνημα, γέννημα αιθιοπικής χονδροτεχνίας. (Δημήτρης Παυλόπουλος, Πώς δημιουργήθηκε το Λάβαρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, uoa.gr, ανακτήθηκε στις 16/8/2025 https://www.uoa.gr/to_panepistimio/istoria_kai_prooptikes/to_labaro_toy_pan/mioy)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.